Γράφει η Αθηνά Πολυχρονοπούλου

Ένα από τα θέματα που απασχόλησαν ιδιαίτερα την περιοχή της Ανατολής το τελευταίο διάστημα, αποτελεί η διαμάχη του Ναγκόρνο Καραμπάχ. Η διαμάχη αυτή, επηρεάζει την εξωτερική πολιτική, όχι μόνο της Τουρκίας, αλλά και του ευρύτερου συνόλου των χωρών του Καυκάσου.

Το Ναγκόρνο Καραμπάχ, αποτελεί μέρος του Νότιου Καυκάσου και πιο συγκεκριμένα, βρίσκετε μεταξύ των περιοχών του Κάτω Καραμπάχ και του Zangezur. Η περιοχή αυτή είναι υπό αμφισβήτηση, παρόλο που είναι αναγνωρισμένη ως περιοχή του Αζερμπαϊτζάν.

Εδώ και αρκετές δεκαετίες, ξεσπούν εντάσεις ανάμεσα στην Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν, ενώ δεν λείπει η τουρκική ανάμειξη. Η Τουρκία, με πρόφαση την αντιπαλότητα που υφίσταται ανάμεσα στην ίδια και την Αρμενία ( κυρίως λόγω του κουρδικού ζητήματος), αλλά και τις φιλικές σχέσεις που διατηρεί με το Αζερμπαϊτζάν, παίρνει μέρος στις συγκρούσεις, κλιμακώνοντας την ένταση στην περιοχή.

Η διαμάχη αυτή, ξεκίνησε το 1915, ανάμεσα στην Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν και συνεχίζεται έως σήμερα, προκαλώντας αστάθεια και ένοπλες συγκρούσεις στην περιοχή. Αιτία αυτής της μακροχρόνιας σύγκρουσης, αποτελεί η κατοχή της περιοχής του Καραμπάχ. Από τη μία πλευρά, η Τουρκία στηρίζει τους Αζέρους, ενώ από την άλλη η Ρωσία στηρίζει τους Αρμένιους (γεγονός το οποίο είναι υπό αμφισβήτηση, ως προς το κατά πόσο η Ρωσία βοήθησε την Αρμενία στην τελευταία σύρραξη).

Η Τουρκία και η Αρμενία δεν είχαν ποτέ τις καλύτερες σχέσεις. Το τουρκικό κράτος, ήταν από τα πρώτα κράτη που αναγνώρισαν τη « Δημοκρατία της Αρμενίας » το 1991, υπό τον όρο της αποδοχής των υφιστάμενων συνόρων. Γεγονός το οποίο δεν αποδέχονταν η αρμενική Κυβέρνηση, καθώς δεν αναγνώριζε τη «Συνθήκη του Κάρς», με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένταση ανάμεσά τους, από την πρώτη στιγμή.

Ωστόσο, τα κυριότερα προβλήματα, ανάμεσα στα δύο κράτη, αποτελούσαν και συνεχίζουν να αποτελούν, το ζήτημα της «Γενοκτονίας των Αρμενίων», το οποίο η Τουρκία αρνείται να αναγνωρίσει έως σήμερα και η άποψη της Άγκυρας, πως το Ερεβάν, παρέχει άσυλο στους Κούρδους αντάρτες του PKK.

Όσον αφορά, την τελευταία διένεξη που πραγματοποιήθηκε ανάμεσα στην Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν, η Τουρκία παρείχε την υποστήριξη της, στις δυνάμεις του Αζερμπαϊτζάν, όπως ήταν αναμενόμενο, αφού όπως γνωρίζουμε τα συμφέροντα του τουρκικού κράτους βρίσκονται σε αυτή την περιοχή. Η ύπαρξη των υδρογονανθράκων στα εδάφη του Αζερμπαϊτζάν, οι αμυντικές συμφωνίες των δύο χωρών, αλλά και τα χρόνια προβλήματα ανάμεσα στην Τουρκία και την Αρμενία, αποτελούν παράγοντες που ωθούν την Άγκυρα να διατηρεί φιλικές σχέσεις με το κράτος του Αζερμπαϊτζάν, με οποιοδήποτε κόστος.

Το 1993, προκλήθηκε μεγάλης κλίμακας ένταση, ανάμεσα στην Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν, όπου η Τουρκία έσπευσε να βοηθήσει, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στο πλαίσιο της βοήθειας αυτής, το τουρκικό κράτος προσπάθησε να συνάψει συμφωνία ανταλλαγής εδαφών, ανάμεσα στο Μπακού και το Ερεβάν. Με τον τρόπο αυτό, θα αποκτούσε κοινά σύνορα με το Αζερμπαϊτζάν, πρόσβαση στους υδρογονάνθρακες και στη μεταφορά τους στη Δύση. Έπειτα από έντονες συζητήσεις, καθώς και την αντίδραση του Ερεβάν, θέτοντας το θέμα της εθνικής ασφάλειας, το σχέδιο απορρίφθηκε.

Όσον αφορά το θέμα της διαμάχης του Ναγκόρνο Καραμπάχ, το τελευταίο διάστημα έχουν γίνει αρκετές προσπάθειες για την επίλυση του θέματος, χωρίς όμως το εφικτό αποτέλεσμα. Το 2009, πραγματοποιήθηκε σύνοδος κορυφής ανάμεσα στους δύο προέδρους. Παρ όλα αυτά, η συνάντηση δεν είχε τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Το 2015, οι Πρόεδροι των δύο χωρών συναντήθηκαν στη Ελβετία, με σκοπό την διερεύνηση των περιπτώσεων που οδηγούν στην παραβίαση της εκεχειρίας. Οι συζητήσεις αποδείχθηκαν άκαρπες, με αποτέλεσμα να συνεχιστούν τα θερμά επεισόδια και το 2016 να οδηγηθούν σε ένοπλη σύγκρουση. Έπειτα από τέσσερις μέρες πολεμικών επιχειρήσεων, το Αζερμπαϊτζάν κατάφερε να ανακτήσει μερικές περιοχές γύρο από το Καραμπάχ. Η εκεχειρία που υπογράφηκε λίγο αργότερα, δεν σήμαινε όπως φάνηκε στην πορεία, τον τερματισμό των συγκρούσεων για τα επόμενα χρόνια.

Το 2017, στα πλαίσια της προσπάθειας της «Ομάδας Μινσκ» για επαναδιαπραγμάτευση, διοργανώθηκε μία σύσκεψη κορυφής όπου οι δύο πρόεδροι συμφώνησαν, να μειώσουν τις εντάσεις στη Γραμμή Επαφής του θύλακα με το Αζερμπαϊτζάν.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 2020, ξεκίνησαν για άλλη μία φορά, έντονες εχθροπραξίες ανάμεσα στα δύο κράτη και εγκλωβίστηκαν σε μία σύγκρουση που ήταν αναπόφευκτη. Η σύγκρουση, ξεκίνησε με μπαράζ πυροβολικού και ανάπτυξη βαρύ οπλισμού κατά μήκος της Γραμμής Επαφής.

Οι δύο πλευρές, κατηγορούν η μία την άλλη για πρώτο πυροβολισμό, ενώ και οι δύο κήρυξαν αμέσως στρατιωτικό νόμο και κινητοποίησαν τις δυνάμεις τους. Στη σύγκρουση αυτή, η τουρκική πλευρά στήριξε, όπως ήταν αναμενόμενο το Αζερμπαϊτζάν, ενώ η Ρωσία, παρ όλες τις δηλώσεις της, δεν στήριξε έμπρακτα την Αρμενία. Οι εχθροπραξίες, έλαβαν τέλος στις 11 Νοεμβρίου 2020, μετά από τη διαμεσολάβηση της Ρωσίας, όπου συμφωνήθηκε κατάπαυση πυρός ανάμεσά τους.

Ο πρωθυπουργός της Αρμενίας, χαρακτήρισε τη συμφωνία « οδυνηρή», σύμφωνα με την οποία, η Αρμενία καλείται να αποσύρει τα στρατεύματά της από την περιοχή, το Αζερμπαϊτζάν να κρατήσει τις περιοχές του Ναγκόρνο Καραμπάχ και η Ρωσία να αποτελέσει την ειρηνευτική δύναμη στην περιοχή, όπου θα επιτηρεί την εφαρμογή της κατάπαυσης πυρός. Ο πόλεμος αυτός, έφερε τρομερές απώλειες, ενώ ακόμη και σήμερα δε γνωρίζουμε με σιγουριά, αν αυτή η συμφωνία, θα αποτελέσει το τέλος αυτής της μακροχρόνιας διαμάχης.

Εξάλλου, σύμφωνα με το Υπουργείο Άμυνας της Αρμενίας , πριν από λίγες μέρες (12 Δεκεμβρίου 2020), πραγματοποιήθηκε απόπειρα παραβίασης της συμφωνίας, καθώς προκλήθηκε ο τραυματισμός τριών Αρμενίων μαχητών, από επίθεση και ανταλλαγή πυρών με στρατεύματα των Αζέρων. Η Άγκυρα παίρνοντας μέρος, καλεί τους Αρμένιους ηγέτες να δράσουν με λογική.

Η συνεχής εμπλοκή της Τουρκίας, στην διαμάχη μεταξύ των δύο χωρών, είναι εμφανέστατο ότι δημιουργεί περισσότερο ένταση, παρά λειτουργεί ως παράγοντας σταθεροποίησης της ειρήνης στην περιοχή και αυτό διότι όσο το Αζερμπαϊτζάν (χώρα δορυφόρος της Τουρκίας) κερδίζει εδάφη , αυτό μεταφράζετε ως αύξηση των οικονομικών κερδών της Τουρκίας, καθώς και αύξηση του γοήτρου της τρίτης στρατιάς, που έχει το ρόλο του ελεγκτή και κατ επέκταση της αναπτέρωσης του ηθικού των ΤΕΔ, που στα υπόλοιπα πεδία (Συρία – Λιβύη ) δεν τυγχάνουν των αναλόγων επιτυχιών και πολλές φορές βρίσκονται σε ιδιαιτέρως δυσχερή θέση.

Η θνησιμότητα, που έφερε η τελευταία σύρραξη, δεν μπορεί να εντοπιστεί με ακρίβεια. Ο πόνος και οι απώλειες των ανθρώπινων ζωών, φαίνεται πως είναι αρκετά μεγάλος. Οικογένειες ξεκληρίστηκαν, ενώ ακόμη και σήμερα επικρατεί ο φόβος για μία ακόμη σύγκρουση, καθώς πολλοί θεωρούν πως το ζήτημα δεν έχει λυθεί.

Ας ελπίσουμε, πως και οι δύο πλευρές θα πράξουν με λογική, προκειμένου να τερματιστούν οι εχθροπραξίες και να δοθεί τέλος στις αιματηρές συρράξεις, καθώς ο πόλεμος δεν ωφελεί πουθενά. Όπως είχε πει κάποτε ο Θουκυδίδης, «ο δε πόλεμος… βίαιος διδάσκαλος ».

Η Αθηνά Πολυχρονοπούλου είναι φοιτήτρια Γεωπολιτικής στο ΕΚΠΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here