Έχουμε κάνει θεσμό πλέον, εδώ κι αρκετά χρόνια στον Πολιτιστικό Σύλλογο Ευξεινούπολεως και μετά τα εκατοντάχρονα της Ευξεινούπολης, να φέρνουμε στη μνήμη μας και να τιμούμε, κάθε χρόνο, στα τέλη του Σεπτέμβρη, το γεγονός της θεμελίωσης της, το 1907, από την τότε πολιτειακή ηγεσία, τον διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνο.

 Να μην αφήνουμε δηλαδή τη σκόνη του αιώνα που πέρασε, να καθίσει και να σβήσει τη γενέθλια μέρα, την 30η Σεπτεμβρίου, τη ημέρα δηλαδή που χτίστηκε στο έδαφος της Ευξεινούπολης η στέρεα πέτρα, για να καταφύγουν και να αγκυροβολήσουν οι μέχρι τότε παραδαρμένοι και περιπλανώμενοι πρόσφυγες από την Ανατολική Ρωμυλία.

Λοιπόν, αν το καλοσκεφθεί κανείς, δεν είναι και τόσο συνηθισμένος τρόπος δημιουργίας μιας κωμόπολης, ούτε η νεαρή ηλικία της, αφού δεν πέρασαν καλά-καλά 110 χρόνια από την στιγμή που οι αρχικοί της κάτοικοι της έδωσαν την πρώτη της ανάσα και την ανάστησαν με την εγκατάστασή τους.

 

Αλλά και έκτοτε, με πολλά ταρακουνήματα βέβαια, σαν τα κάρα και τις πλατφόρμες των τρακτέρ, που αγκομαχούσαν και αναπηδούσαν στους χωματόδρομους που την διέσχιζαν κάποτε, δεν είναι τόσο συνηθισμένη η μεγάλη ανάπτυξη της Ευξεινούπολης, αν λογαριάσουμε, πως ούτε με κάποιο μεγάλο αστικό κέντρο γειτνιάζει, ώστε να αντλήσει ζωτικότητα και δυναμισμό, ούτε ικανές πλουτοπαραγωγικές πηγές διαθέτει, για να εκμεταλλευθεί και να αξιοποιήσει προς όφελος της οικονομίας της, μα ούτε και κάποιο σημαντικό τουριστικό ενδιαφέρον παρουσιάζει με φυσικές καλλονές, αρχαιολογικούς χώρους ή τουριστικές υποδομές.

 

Κάποτε, στα νεανικά μας χρόνια, και πριν τον επαναπατρισμό μας στον γενέθλιο τόπο, όταν μέναμε με τον σύζυγό μου στην Αθήνα, μας ρώτησε κάποιος, ποιος είναι ο τόπος καταγωγής μας.                                                     

Το όνομα του έκανε εντύπωση: Ευξεινούπολη. Φυσικά δεν το είχε ξανακούσει. Εμείς αρχίσαμε τότε να την περιγράφουμε και να την παινεύουμε για την απλότητα και την ομορφιά της.

Εντυπωσιασμένος εκείνος, ξεκίνησε τις ερωτήσεις:

-Είναι πόλη; – Όχι.

-Είναι χωριό; -Ε, δεν το λες και χωριό.

-Είναι παλιά, με ιστορία; Όχι, αλλά η ιστορία της είναι κάπως περίεργη.

-Είναι παραδοσιακός οικισμός, με καλντερίμια, με βαθύσκιωτες πλατείες, με βυζαντινές εκκλησιές; Υπάρχει έστω, κάποιος ευεργέτης που έχει χρηματοδοτήσει θαυμαστά δημόσια έργα;

-Όχι, όχι, όχι!

-Μα για να την αγαπάτε και να την καμαρώνετε, κάτι καλό θα έχει η Ευξεινούπολη. Τι έχει;

-Ανθρώπους! Η Ευξεινούπολη δεν ήταν, δεν είναι και δεν θα είναι, τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από τους ανθρώπους της. Αυτοί που τη ζωντάνεψαν, την προχώρησαν και την προχωράνε, την ζουν και θα την ζήσουν ή την κουβαλάνε στις αποσκευές και το αίμα τους. Αυτοί είναι η ομορφιά της, αυτοί και το μεγαλείο.

Όχι πως είναι οι καλύτεροι του κόσμου, οι ομορφότεροι, οι πλουσιότεροι, οι δυνατότεροι, οι σοφότεροι, οι πιο αγαπημένοι, οι πιο επιδέξιοι, οι πιο αλληλέγγυοι, μα είναι οι άνθρωποί της, οι άνθρωποί μας, το ζωντανό της κύτταρο, το αίμα που διαπερνά τις φλέβες της και την τρέφει και την μεγαλώνει και τη γεμίζει με σφρίγος κι ασίγαστο πάθος για δημιουργία για ευημερία, για άνοδο, ως εκεί που μπορούμε να φτάσουμε κι ως εκεί που δεν μπορούμε να φτάσουμε.

Αν θα μου ζητούσατε αυτή τη στιγμή, τώρα, με δυο λέξεις να σας δώσω την ταυτότητα της Ευξεινούπολης, ξέρετε τι θα απαντούσα; Πως είναι μια μικρή Ελλάδα. Ένα ανάγλυφο σε μικρογραφία της πατρίδας μας, μ’ όλα αυτά δηλαδή τα ύψη και τα βάθη, τα σκληρά και τα απαλά, τα λίγα και τα πολλά, τα στενά και τα πλατιά, τα στάσιμα και τα μεταβαλλόμενα, τα οπισθοδρομικά και τα προοδευτικά, εκείνα τέλος πάντων, για τα οποία από την μια ο συγγραφέας Γιάννης Δήμου περιγράφει σε γνωστό βιβλίο του, ως «η δυστυχία του να είσαι Έλληνας», ενώ από την άλλη ο Νίτσε διαβεβαιώνει πως «ο κόσμος μπορεί να είναι όσο θέλει σκοτεινός, όμως αρκεί να παρεμβάλουμε ένα κομμάτι ελληνικής ζωής, για να φωτιστεί αμέσως άπλετα».

Ένα κομμάτι Ελληνικής ζωής. Ελληνικής ζωής, που όπως κάθε άλλη της φυλής μας, υπήρξε αποκύημα του χαλασμού και του θανάτου άλλων άτυχων, χαμένων ζωών, άλλων κακότυχων και αρπαγμένων πατρίδων. Υπήρξε γέννημα, όπως και κάθε άλλης Ελληνικής ψυχής, της αστείρευτης εθνικής μας κληρονομιάς κι υπήρξε ανάθρεμμα της κρατικής πρόνοιας και φροντίδας ενός κράτους, τόσο νεαρού το ίδιο και άπειρου, όσο και άπορου, μετά το «δυστυχώς επτωχεύσαμε» και εξαρτημένου από τις αιώνια «μεγάλες δυνάμεις» και μισού από το σημερινό, αφού μόλις πριν λίγα χρόνια είχε καταφέρει να προσαρτήσει την Θεσσαλία.

Ο γειτονικός Αλμυρός μάλιστα, με τον οποίο ουσιαστικά συγκολλήθηκε η Ευξεινούπολη κι ανεξήγητα υπεροπτικά και καχύποπτα, από την αρχή και για πολλά χρόνια, ελεημονούσε τους καημένους τους πρόσφυγες, δεν ήταν ούτε δέκα χρόνια, μετά την ανακατάληψή του από τους Τούρκους το 1897, Ελληνικός και δημιούργημα πολλαπλών εσωτερικών μεταναστεύσεων και μετακινήσεων πληθυσμών.

Παρ’ όλα αυτά, τούτο το φτωχό, το νεαρό, το αδύναμο Ελληνικό Κράτος, που στήθηκε πάνω σε πανάρχαιο, αχάλαστο θεμέλιο, ξαναζωντάνεψε και ζει πάνω σ’ αυτό, όπως τόσο γλαφυρά περιέγραψε ο Κολοκοτρώνης: «Το Γένος μας και άλλες φορές σταυρώθηκε, αλλά ιδού ζώμεν».

Τέτοιο θεμέλιο έριξε η Ελληνική πολιτεία εκείνο το μεσημέρι της 30ης Σεπτεμβρίου 1907 και στην άγονη, αλλά έμφορτη σπόρων λεύτερων και ζωντανών ελπίδων, γη, για να κουρνιάσει η προσφυγιά, να ξαναμετρηθούν οι Έλληνες, να ρουφήξουν κουράγιο από το παρελθόν, να πλάσουν με χώμα και νερό όραμα για το μέλλον.

Και πόσες φορές η Ευξεινούπολη, η πόλη που μαρτυρά την καταγωγή της από τον Εύξεινο Πόντο, πατρίδα Ανατολικορωμυλιωτών και Ποντίων, δεν τίμησε το όνομά της, δεν καταδείχτηκε ως στοργική μάνα, δεν επαλήθευσε τον τίτλο της Εύξενη, φιλόξενη, δεκτική και οικεία, αξιοπρεπής μέσα στις κακουχίες της, γενναιόδωρη παρά την ανέχειά της!                                                    

Πρώτοι έφτασαν οι πρόσφυγες από την Ανατολική Ρωμυλία. Κάποιοι από αυτούς, μεγαλωμένοι σε αστικά περιβάλλοντα, δεν μπόρεσαν να ευθυγραμμιστούν με τη μοίρα του αγρότη, που τους περίμενε κι έφυγαν γρήγορα για τις μεγάλες πόλεις. Οι πυρήνες, τα μικρά σπιτάκια, που σχεδίασε ο Σισσύνης Πεζανός, ξαναγέμισαν μετά το ’22 με άλλους κατατρεγμένους, από την Μικρά Ασία, τον Πόντο, την Καππαδοκία, ό,τι συνέβη φυσικά και στον υπόλοιπο Ελλαδικό χώρο.

Μα με την ίδια φιλόξενη διάθεση καλωσόρισε μεταπολεμικά ο λιγοστός τόπος μας, νομαδικές κοινότητες, όπως οι Σαρακατσαναίοι και οι Βλάχοι και υποδέχθηκε κι ακόμη υποδέχεται και ενσωματώνει κατοίκους γειτονικών ή μακρινότερων περιοχών της χώρας, επαναπατρισθέντες ομογενείς ακόμα και ξένους μετανάστες.

Την ίδια στιγμή κι από την πρώτη-πρώτη εγκατάσταση, μια άλλη ροή αντίθετη, άρχισε να αφαιρεί ζωτικά, εύρωστα μέλη από το λιανό κορμί της.  Η εσωτερική και καίρια η εξωτερική μετανάστευση. Η αιμάσσουσα πληγή της ξενιτιάς, που κάθε τόσο αφυδατώνει κι αποστεώνει τον οικονομικό και κοινωνικό μας ιστό και πονά και σκοτεινιάζει το Ελληνικό φως.

Ωστόσο, η δυσάρεστη αυτή Ελληνική πραγματικότητα, που αναντίρρητα αφορά και τον τόπο μας, έχει και την θετική κι αισιόδοξη πλευρά της. Και ποια θα μπορούσε να είναι; Μα πως η Ελληνική καρδιά χτυπά σ’ όλα τα πλάτη και τα μήκη της γης κι αυτή τη στιγμή κάπου στην Ευρώπη, τη Βόρεια και τη Νότια Αμερική, την Αυστραλία και στην Αφρική ακόμη κι ως πέρα στην Άπω Ανατολή, κάποιος δηλώνει τόπο καταγωγής, Ελλάδα Ευξεινούπολη κι έχει κλείσει στην ψυχή του μνήμες γλυκόπικρες ενός τόπου που τον ανάστησε, μα τον άφησε να πετάξει, είτε επιστρέψει σαν τα αποδημητικά πουλιά, είτε γαντζωθεί για πάντα στα κλωνάρια των μεγάλων βαθύσκιωτων δέντρων των ξένων τόπων.                                                  

Στους απανταχού Ευξεινουπολίτες κι Ευξεινουπολίτισσες είναι αφιερωμένη η φετινή μας επέτειος. Σ’ αυτούς που ζουν εδώ και σ’ εκείνους που βρίσκονται αλλού, σ’ όσους διαπρέπουν και κερδίζουν υψηλές ηθικές και υλικές ανταμοιβές και σε όσους κερδίζουν τίμια τον επιούσιο άρτο και τον αγώνα της επιβίωσης.

Στους μορφωμένους και καλλιεργημένους, που νοηματοδοτούν την αξία της Ελληνικής παιδείας και στους αγρότες, τους εργάτες τους υπαλλήλους, τους επαγγελματίες, που πραγματώνουν την αλήθεια του σκληρού αγώνα για ευημερία και προκοπή.

Στις σημαντικές προσωπικότητες, που το αξιόλογο έργο τους, είχε και έχει σημείο εκκίνησης και αναφοράς την Ευξεινούπολη και στους απλούς, ανώνυμους, όπως λέμε συνήθως, ανθρώπους, που για μας είναι πάντα επώνυμοι και ξεχωριστοί, γιατί είναι μπλεγμένοι στις κοινές μας μνήμες, είναι ανακατεμένοι στην καθημερινότητά μας, πέφτουμε συνεχώς απάνω τους στον δρόμο ή στη σκέψη μας, καταλαβαινόμαστε όταν μιλάμε για έθιμα, για τόπους και για ανθρώπους. Μιλάμε την ίδια γλώσσα.

Η πατρίδα μου, η Ευξεινούπολη, μετράει μόλις 113 χρόνια ζωής. Όμως φτιάχτηκε με τα υλικά της ελπίδας μπροστά σε κάθε αδιέξοδο, του θάρρους απέναντι σε κάθε φόβο και κυρίως, της ακλόνητης πίστης στις αναλλοίωτες αξίες και τα οράματα της Ελλάδας. Γι’ αυτό, για όλους εμάς, τους εδώ και τους αλλού, που είμαστε ή που νιώθουμε Ευξεινουπολίτες, είναι πάντα η πρωτογενής ουσία για τα όνειρα μας και ο ιδεατός χώρος για την πραγμάτωσή τους. Σε όλους εμάς θα αφιερώσω και το ποίημα με το οποίο θα κλείσω το λόγο μου.

            Η Ευξεινούπολη σε περιμένει…

Είπες θα φύγω!

Μικρό σπίτι.

Μικρή πόλη. Μικρή ζωή και συ κάνεις enter σε διαδικτυακούς τόπους,

αναζητάς life stile συγκινήσεις,

χειμερινά σαλέ και θερινά καταστρώματα

Όμως το ξέρεις!

Είναι εκεί και περιμένει, ξαπλωμένη στον κάμπο,

πλάι στο ποτάμι, κομμένη μπακλαβωτά,

σαν τα σιροπιαστά των Χριστουγέννων.

Είναι εκεί και περιμένει!

Φτιαγμένη για φυγάδες. Προορισμένη για ασύχαστους.

Το ορμητήριο και το φτάσιμο. Η προσδοκία και η διάψευση.

Το πολύ και το καθόλου.

Στο μακροβούτι σου στη μεγάλη πόλη,

έπεσες στον βάλτο που δεν σαλεύει,

στο πλήθος που δεν βλέπει, δεν ακούει, δεν αντιδρά,

στη βουή της ταχείας δράσης,

στα απόνερα της αργής επίδρασης.

Από χρόνια το νιώθεις, είναι εκεί και περιμένει!

Με το κάτω παράθυρο του τσιμεντένιου, ανοιχτό στη λιακάδα.

Με τα καλάμια δεμένα στις ντοματιές του Ιούνη.

Με τον αχό της μαθητικής εκδρομής

που γυρνά κεφάτη από το Κουρί

«είπε είπε ούμε σας ευχαριστούμε»

Είπες το χωριό που θυμάσαι, το χωριό σου,

το ρούφηξε το παρελθόν.

Μια δίνη. που ξερίζωσε τις αμυγδαλιές

και τα κυπαρίσσια στο Σχολικό Κήπο,

που διέλυσε την «βόλτα» στην Αγορά την Κυριακή το βράδυ.

Αυτό, που ζωντανεύει μόλις κλείσεις τα μάτια

και σε πολιορκεί, με εικόνες, με φωνές, με μυρωδιές.

Θα το δεις!

Είναι εκεί και περιμένει, με πείσμα στο παρόν,

με ανυπομονησία για το μέλλον.

Ο Κήπος βγάζει νέα «βλαστάρια» κι οι δρόμοι κι οι γειτονιές

δεν σωπαίνουν ποτέ από ανθρώπους,

που ότι φτιάχνουν με τα χέρια τους

το χαίρονται με την καρδιά τους

Ψάξε στο χάρτη, μια τελεία είναι!

Λίγο πιο πάνω από τον Παγασητικό

Λίγο πιο κάτω από την Όθρυ!

Ένα σημαδάκι, λίγο πιο βαθιά στο στήθος σου.

Εκεί, που δένει κόμπο το στομάχι σου η στερνή ακτίνα του ήλιου,

που σαν δύει, μια σαϊτιά από φώσφορο ρίχνει στον κάμπο,

δυο στάλες νοσταλγία στην καρδιά σου.

Τώρα πια το ξέρεις!

Τώρα το βλέπεις, είναι πάντα εδώ και σε περιμένει,

ομορφοφτιαγμένη κι αρυτίδωτη,

ζωντανή και φιλόδοξη, σαν τότε, σαν πάντα.

Η Εύξενη πόλη μας.

Η δική σου Ευξεινούπολη.

Η Ευξεινούπολή μας!

Της Χρύσα Μαρδάκη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here